Liberta e Sogni.

ποιοι είμαστε αλήθεια; οι σούπερ ήρωες ή η κρυφή τους ταυτότητα;

Άσιμος.

Ανθρώπους ψάχνουμε όχι ιδεολογίες.
Ανθρώπους να'χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη.
Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω.
Ανθρώπους έστω με καρδιά.
Ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι.
Ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.

Cos'there's still magic in this world..

Cos'there's still magic in this world..
"drunk fairies on magic potions, beautiful witches and old pirates... They all come to life when the music starts."

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Πού και πού ευτυχισμένοι

Θυμάμαι την πρώτη φορά που μιλήσαμε κι ας ήμασταν δυο άγνωστοι. Ταιριάζαμε απόλυτα στις μουσικές, στ'άλλα κάπου το χάναμε λίγο, αλλά με λίγο χιούμορ, αυτό το περίεργο χιούμορ και των δυο μας τα βρίσκαμε.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που δεν ήμουν καλά και στο είπα. Θυμάμαι τα μάτια σου να στέκονται απέναντι μου και να με καταλαβαίνουν. Τότε είχα σκεφτεί πως ήμουν τυχερή, πως βρήκα έναν άνθρωπο επιτέλους που με ακούει, μέσα στην πληθώρα των ανθρώπων που δεν νοιάζονται.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου είπες κι εσύ ότι δεν ήσουν καλά κι οτι έκλαιγες με κάποια πράγματα στη δουλειά. Θυμάμαι να στεναχωριέμαι, να προσπαθώ να σε κάνω να γελάσεις για να ξεχαστείς. Τι χαρά ένιωσα όταν έβλεπα το χαμόγελό σου μπροστά μου μέσα στην τόση σου στεναχώρια.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου είπες οτι ήθελες τόσο πολύ να μπεις μέσα μου. Που είχες σπάσει τον κλοιό της αμφιβολίας για το αν με θες σαν φίλη σου ή όχι. Πόσο ανάλαφρη είχα νιώσει όταν κατάλαβα πως ήθελες κι εσύ το ίδιο. Γιατί, εντάξει, εγώ, αλήθεια σου λέω, σε ήθελα με όλο μου το είναι.
Μετά από λίγες μέρες έφυγες μακριά μου, χωρίς να προλάβουμε να νιώσουμε ο ένας τον άλλον. Μετά σταμάτησαν όλα, μετά έκανες τη ζωή σου κι είχαμε αρκεστεί στο τελετουργικό όταν έφταναν ξημερώματα να μου στέλνεις κάποια χαζή φώτο, να μιλάμε ανούσια, να μην είμαστε πλέον εμείς, να χαθούν οι συζητήσεις μας.
Θυμάμαι που δεν ήθελα να σου απαντάω πια γιατί δεν έβρισκα κάποιο νόημα να σε σκεφτώ σαν όλους τους άλλους. Θυμάμαι που δεν το έκανα, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω το τελετουργικό μας, μην τυχόν και δεν μου ξαναστείλεις.
Πέρασαν μήνες, ανούσιοι, κουραστικοί. Πλέον, δεν γνωρίζαμε ο ένας το τι περνάει ο άλλος και δεν ρωτούσαμε. Δεν ήξερα πώς να νιώσω. Έκλαιγα, δεν ξέρω από τι ήταν πραγματικά, αλλά ένιωθα σαν να απομακρύνεται ο άνθρωπός μου. Δεν ήξερα ούτε τι να κάνω, το άφηνα να κυλάει με την σκέψη του όταν σε δω θα είναι όλα ίσως όπως παλιά.
Θυμάμαι το βράδυ που είχες πιει και μου είχες πει ότι θα με ήθελες κοντά σου και σου είχα πει να έρθεις να με βρεις. Δεν το έκανες όμως. Ήμουν χαρούμενη μέσα στη δυστυχία μου. Έστω κι αυτές τις ελάχιστες στιγμές που έπιανα λίγο συναίσθημα από σένα. Με ρωτούσαν οι φίλες μου τι γίνεται με τον Πέτρο; Κι έλεγα "ε να μωρέ, όπως όλες αυτές οι σχέσεις. Έχουν τα πάνω και τα κάτω".
Πόσο δεν ήθελα να είμαστε σαν όλες αυτές τις σχέσεις. Πόσο θα ήθελα να είχαμε κάτι που να άξιζε γιατί ήταν για μας. Άξιζε να είχαμε κάτι δυνατό, να νιώθαμε. Δεν ξέρω γιατί το παρατήσαμε, γιατί αρκεστήκαμε μόνο σε αυτό, αλλά πλέον ξέρω πολύ καλά τι ήμασταν. Πού και πού ευτυχισμένοι. Ίσως και τελικά, αυτό να μας άξιζε.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Θλιβερά Μαντάτα.

Κάθε φορά πριν πιάσουμε λιμάνι στο νησί, ανέβαινα στο κατάστρωμα, όχι για να δω, τόσα χρόνια ήξερα το νησί σαν την παλάμη μου. Ήξερα κρυφά δρομάκια, περάσματα, σημεία που κόβει ο αέρας, σημεία που ξερνάνε οι περαστικοί, σημεία που φιλιέσαι κρυφά τα βράδια, σημεία που κρυφά πίνεις τα βράδυα, σημεία που είναι άγνωστα για κάθε τουρίστα, αλλά για σένα, για σένα είναι τα πάντα. Ανέβαινα στο κατάστρωμα για να μυρίσω την αλμύρα, να μυρίσω τη μυρωδιά του νησιού μου, της πατρίδας μου, των φίλων μου, των συγγενών μου, της δικιάς σου. Κάθε ρουφηξιά αέρα ήταν για μένα ρουφηξιά της ζωής. Καθώς ρουφούσα, έκλεινα τα μάτια μου και σε φανταζόμουν. Φανταζόμουν πως για τρεις περίπου μήνες θα ήσουν δικιά μου και μόνο δικιά μου κι ύστερα ας χωρίζαμε. Θυμάμαι που καμιά φορά βρισκόμασταν και το χειμώνα και τώρα που ρουφάω ακόμη λίγο αέρα αναρωτιέμαι γιατί δεν το κάναμε πιο συχνά. Υποχρεώσεις, δουλειές, σχολές, σκατά όλα, σκατά, δικαιολογίες. Φόβος ήταν. Σε ήξερα από τότε που με είχες κολλήσει ψείρες στο νηπιαγωγείο κι όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνες τις ψείρες που μ'έκαναν να κουρευτώ γουλί. Τι φοβόμασταν; Να ερωτευτούμε; Αφού βαθιά μέσα μας το ξέραμε. Δεν υπήρχε ποτέ κανείς άλλος για μας. Να κάνουμε έρωτα; Να βιώσουμε το τέλειο; Άνοιξα τα μάτια μου και δάκρυα σχηματίστηκαν στο πρόσωπό μου. Σήκωσα το σακίδιο, αυτή τη φορά δεν είχα βαλίτσες, αυτή τη φορά δεν είχα τίποτα. Μόνο μια σκέψη, να σε δω, μόνο για μια μέρα, γιατί αλλιώς δεν θ'άντεχα. Να σε κοιτάξω, να σου μιλήσω, να σου πω πως θ'αντέξω το χειμώνα μακριά σου, και όχι μόνο αυτόν το χειμώνα, αλλά κάθε χειμώνα. Το είχα πάρει απόφαση πλέον κι ας ήταν αργά. Σου είχα γράψει κι ένα γράμμα. Κατέβηκα από το πλοίο κι όταν πάτησα στο λιμάνι ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Είδα το θείο μου από μακριά που με κοιτούσε και κουνούσε το χέρι του. Τον πλησίασα και τον αγκάλιασα.
-Είσαι καλά γιε μου; Πόσο θα κάτσεις;
-Καλά θείο. Όσο χρειαστεί.
-Και οι βαλίτσες;
-Δεν έχω θείο. Μόνο πήγαινέ με σπίτι.
Στη διαδρομή δεν είπαμε κουβέντα, ήμασταν και οι δύο το ίδιο σινάφι, ήμασταν και οι δύο τόσο λιγομίλητοι. Κι όμως τα μάτια μας έκρυβαν τόσα πολλά συναισθήματα, συναισθήματα που δεν εκφράζονται με λόγια. Μπήκα στο σπίτι κι αμέσως πήγα στο δωμάτιό μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι αφουγκράστηκα την σιωπή. Κάπου μετά από λίγη ώρα θαρρώ πως άκουσα το γέλιο σου στο δωμάτιο, τότε που ακόμα μικρά, μιλούσαμε, κάναμε όνειρα, τότε που σε γαργαλούσα, που πείραζα τα μαλλιά σου, τότε που μου έλεγες Νίκο, πρέπει να διαβάσεις, τι θα γίνεις βοσκός; Η Μαιρούλα δεν θέλει βοσκούς. Και είχα διαβάσει μετά, όχι για τη Μαιρούλα, αλλά μόνο για σένα, για να είσαι περήφανη για το φίλο σου, για να λες ότι σε ακούω. Γιατί το είχες ανάγκη αυτό, το να σε ακούνε οι άλλοι. 
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και βγήκα από το σπίτι χωρίς να πω κουβέντα πάλι. Πήγα σε όλα τα μέρη που πηγαίναμε μικροί, στο μέρος που είχες πέσει από το πολύ ποτό, στο μέρος που είχες κλάψει όταν έχασες τον μπαμπά σου, στο μέρος που σε είχα αγγίξει για πρώτη φορά στην γυμνή απ'το μαγιό κοιλιά σου, στο μέρος που σε φίλησα και καλά μεθυσμένος για πρώτη φορά, στο μέρος που είχαμε μαλώσει για πρώτη φορά. Ήλπιζα να σε δω, αλλά ήξερα πως δεν είχες έρθει ακόμη. Έπρεπε να βρω το θάρρος αυτή τη φορά να σου πω το πόσο πολύ σ'αγαπάω.
Είχε νυχτώσει κι έπρεπε τώρα να σε δω, ήξερα εδώ και πολλά χρόνια που να σε βρω. Ήξερα πως θα ήσουν πάντα εκεί, γιατί παλιά ήταν από τα αγαπημένα σου μέρη. Τόσο παράξενη ήσουν.
Πλησίασα και σε είδα, είδα τη φωτογραφία σου να μου χαμογελά. Είχες ζητήσει να σε θάψουν δίπλα από τον πατέρα σου. Ήσουν τόσο όμορφη πάντα. Έχουν περάσει σχεδόν 5 χρόνια πια κι ακόμα μου χαμογελάς. Κοντεύω να ξεχάσω τη φωνή σου πλέον. Ήρθε η στιγμή να σου πω το πόσο σ'αγαπάω. Σκύβω και σε φιλάω γι ακόμη μια φορά κι αυτή τη φορά σου αφήνω ένα χαρτάκι.




"Όπου κι αν πάω κι ά βρεθώ κι ότι καιρό κι ά ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δώ μηδέ ν’ ανατρανίσω

Κι ας τάξω ο κακορρίζικος πως δε σ’ είδα ποτέ μου
Ένα κερίν αφτούμενο ακράτουν κ’ ήσβησέ μου

Κάλλια `χω σε με θάνατο παρ’ άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου"



Σ'αγαπάω. Για πάντα δικός σου.
Γύρισα σπίτι κι έτσι κουρασμένος ξέσπασα σε κλάματα. Μακάρι ν'άκουγα ξανά τη φωνή σου.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Το καλοκαίρι.(έφυγε, μου το κλεψες εσύ)

Ξυπνάς μεσημέρι, αλλά δε σε νοιάζει. Ο χρόνος έχει σταματήσει και οι μέρες κυλάνε όμορφα.
Ετοιμάζεσαι για θάλασσα, βάζεις τα πιο χαρούμενα τραγούδια, που σε κάνουν να χορεύεις μόνος σου και στο άκουσμά τους ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό σου.
Ξαπλώνεις στην ξαπλώστρα και κοιτάς το απέραντο γαλάζιο, τον ήλιο, είσαι ευτυχισμένος. Πίνεις καφέ, πίνεις μπύρες, πίνεις κοκτέιλς, πίνεις, συζητάς με τους κολλητούς σου, γελάς. Αποθηκεύεις στιγμές χαρούμενες για να σε κρατάνε ζεστό το χειμώνα. Μπαίνεις στη θάλασσα, κάνεις βουτιές, χωρίς έννοιες, κολυμπάς, συζητάς, παίζεις παιχνίδια, χορεύεις, διαβάζεις βιβλία, συγκινείσαι, νιώθεις γεμάτος, γεμάτος από αγάπη για τον κόσμο. Δεν μισείς τόσο όταν πηγαίνεις θάλασσα.
Περιμένεις το ηλιοβασίλεμα, παίρνεις την πιο ωραία πόζα, κάνεις χαζομάρες με τους φίλους, πίνεις γουλιά, καπνίζεις, διώχνεις ότι σε στενοχωρεί. Μπαίνεις στα σόσιαλ μίντια αλλά δεν ζηλεύεις γιατί περνάς ωραία.
Γυρίζεις σπίτι και κάνεις μπάνιο, δε θέλεις να διώξεις την αλμύρα, τη γεύση της θάλασσας, σου αρέσουν τα μαλλιά σου έτσι κατσαρά, αλλά κάνεις μπάνιο και μυρίζεις ωραία. Η μυρωδιά του καλοκαιριού, του νησιού, του μέρους, των διακοπών σου. Ετοιμάζεσαι και γίνεσαι όμορφος χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια γιατί το πιο όμορφο είναι το χαμόγελό σου.
Βγαίνεις έξω, πηγαίνεις σε μπαράκια, πίνεις, δεν σε νοιάζει η μουσική γιατί όταν πίνεις δεν σε νοιάζει τίποτα.  Φλερτάρεις, βγάζεις μεθυσμένες φώτο, δοκιμάζεις νέες γεύσεις παγωτών, ποτών, φιλιών, αγάπης.
Περιμένεις το ξημέρωμα για να φύγεις, για να βγάλεις πάλι φώτο μεθυσμένες, περπατάς κάνοντας οχταράκια, μυρίζεις αλκοόλ, καπνό, γελάς με τους φίλους χωρίς κανένα λόγο, φιλιέσαι με πάθος στα σοκάκια, ΖΕΙΣ.
Μακάρι όλος ο χρόνος να ήταν ένα τεράστιο καλοκαίρι.
Φορτώστε στιγμές, το χειμώνα μας χρειάζονται.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Σε είδα.Τ'αφήσαμε γι'αύριο.

Τικ, τακ. Το ρολόι στον τοίχο κινήθηκε και ήταν σταματημένο για χρόνια. Αυτός ο ήχος έβαλε το μυαλό μου να δουλέψει. Η ώρα ήταν 4 το πρωί.Ο χρόνος τελείωνε. Πνιγόμουν. Έπιασα το κινητό μου, έψαξα το όνομά σου στις επαφές μου, όχι αυτή τη φορά δεν θα το κοιτούσα απλά και δεν θα έκανα τίποτα. Θα σου έστελνα, αλλά ο χρόνος τελείωνε, ο χρόνος μας τελείωνε. Έπρεπε να βρω τις κατάλληλες λέξεις.

-Δε νιώθει όμορφα η βασίλισσα χωρίς βασιλιά.
-Ήπιες πάλι μικρή;
-Όχι, δε χρειάζεται, ήθελα και σου έστειλα. Είσαι καλά; Νιώθω ότι ο χρόνος μας τελειώνει. Ας στείλουμε τα καλύτερα μηνύματα.
-Οι μέρες, οι νύχτες, η ζωή μου είναι αφόρητη χωρίς εσένα, χωρίς τη φωνή σου, το άρωμά σου. Η απόσταση μας χώρισε όχι εμείς. Το νησί είναι άδειο χωρίς τις βόλτες μας και το γέλιο σου. Όταν σε βλέπω όλα κινούνται γρήγορα μα δεν πεθαίνω.
-Θέλω να σε δω, δεν μπορώ άλλο να ξέρω πως υπάρχεις και δε μιλάμε. Λες να γίνει ποτέ; Λες ο χρόνος να μην τελειώνει για τους ανθρώπους; Έλα, στρίψε ένα τσιγάρο να καπνίσουμε μαζί, να μιλήσουμε για όλα, να με πάρεις αγκαλιά και να μου πεις ότι όλα θα πάνε μέλι γάλα.
-Ξέρεις, έχεις εδώ τη μπλούζα σου, ορισμένες φορές νευριάζω, την κλωτσάω, την κάνω μπάλα, την έχω σκίσει λίγο αλλά δεν μπορώ να την πετάξω. Δεν ξέρω αν ο χρόνος τελειώνει, τα συναισθήματα όμως ποτέ. Έστριψα τσιγάρο, μείνε μόνο με την μπλούζα σου και κάνε μου όλες αυτές τις γκριμάτσες που νομίζω μόνο εσύ κάνεις τόσο καλά. Πονάω. Ήρθα σπίτι κι εγώ.
-Κι εγώ έχω το φούτερ σου, είναι το μόνο που πάντα είναι σιδερωμένο και πλυμένο και κρεμασμένο στην ντουλάπα όσα πεταμένα ρούχα κι αν υπάρχουν στο δωμάτιο. Ξέρεις, καμιά φορά ανοίγω την ντουλάπα και το κοιτάω, καμιά φορά του ψιθυρίζω γιατί, το ρωτάω αν προσέχει, αν πίνει. Σκέφτομαι είναι κρίμα που δεν σου στέλνω ενώ γουστάρω και σκέφτομαι είναι κρίμα για μας, γιατί δεν ξέρω πλέον γιατί δεν σου στέλνω. Το έχω χάσει με όλες αυτές τις δικαιολογίες και τον εγωισμό. Ξάπλωσα δίπλα σου.
-Εγώ δε μιλάω, ποτέ δε μιλούσα. Νιώθω. Σκέφτομαι πως είναι κρίμα που δεν σου έδειξα πιο πολλά, που δεν άφησα τον εαυτό μου να σου δώσει πιο πολλά και είναι κρίμα όντως για μας, γιατί ούτε εγώ πλέον ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ήθελα να προστατεύσω την καρδιά μου μα τώρα είναι έξω από το σώμα μου. Ακουμπάω με τα δάχτυλά μου το κορμί σου, με καυλώνεις, καυλώνεις το μυαλό μου, το σώμα μου, τα πάντα. Είσαι η μία.
-Νομίζω τίποτα δεν έχει σημασία πια, τίποτα δεν πρόκειται να μας σώσει, μόνο η αγάπη. Αν είσαι εσύ καλά, είμαι κι εγώ καλά. Αλλά το θέμα είναι η θλίψη πού πηγαίνει; Μπες μέσα μου, έλα να κάνουμε έρωτα.
-Είμαστε καλά, είμαστε ένα. Η θλίψη πηγαίνει στο ποτό, πηγαίνει μέσα μας, συσσωρεύεται και βγαίνει σε χαμόγελα. Μπαίνω μωρό μου, σε μυρίζω, σε εξετάζω, είσαι εκεί για μένα, είμαι εδώ για σένα. Ο χρόνος τελείωσε. Καληνύχτα μας μωρό μου, τόσο μαζί και τόσο διαφορετικοί.
-Τώρα αφού τελείωσαν όλα, κάθισε δίπλα μου να πιούμε. Τικ τακ, τικ τακ νομίζω πλέον θα στο πω αγάπη μου, σ'αγαπάω.
-Γεμίζω τα ποτήρια μας, κοιμήσου μικρή, κι εγώ σ'αγαπάω.

Έτσι μ'αυτή την κωλοεφεύρεση που την λένε ρολόι,σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σαν να είναι βάρος..και μας είναι βάρος,γιατί δεν ζούμε κατάλαβες..μόνο κοιτάμε το ρολόι,να φύγει κι αυτή η ώρα να φύγει κι αυτή η μέρα,να έρθει το αύριο και πάλι φτου κι απ'την αρχή..χωρίσαμε την μέρα σε πτώματα στιγμών,σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας,μέσα στις σπηλιές του είναι μας,στις σπηλιές που γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν αξίες,σαν ανάγκες,σαν ηθική,σαν πολιτισμό...κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών,αφήνουμε τα πιο σημαντικά,τα πιο ουσιαστικά πράγματα..όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα,με τα λουλούδια και τα δέντρα,να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας,να κάνουμε έρωτα,να απολαύσουμε τη φύση,τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος,να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας,να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας..όλα,όλα τα αφήσαμε για αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ..μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα όπως πόσο τον αγαπούσαμε,πόσο σημαντικός ήταν για μας όμως τ'αφήσαμε για αύριο.



Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Το καλοκαίρι και πάλι θα ρθει.

Καθόμουν σε μια καρέκλα στο κατάστρωμα κι έβλεπα τον ήλιο να δύει. Από τα ακουστικά που είχα στα αυτιά μου ερχόταν ο ήχος του i have nothing.
Άφηνα πολύ ώρα τον αέρα να τρυπάει τα ρούχα μου και δεν σκεπαζόμουν γιατί ήθελα να νιώσω ευάλωτη. Ήθελα να νιώσω το ταξίδι, την αλμύρα, το να κολλάει το δέρμα μου, ακόμη και τη βρωμιά.
Πόσο μου αρέσει το καλοκαίρι. Δεν μισώ τόσο τους ανθρώπους όταν είμαι στη θάλασσα λες και τα κύματα που έρχονται και φεύγουν παίρνουν λίγο τ'άσχημα και φέρνουν λίγη μεγαλοκαρδία.
Καθόμουν λοιπόν κι έστριβα ακόμη ένα τσιγάρο, κοίταξα το ρολόι πιο πολύ από συνήθεια, δεν μ'ένοιαζε που ήμουν μόνη μου ούτε που είχα μπροστά μου άλλες 8 ώρες για να φτάσω στο νησί.
Εκεί στην Αστυπαλιά, με περίμενε η γιαγιά μου όπως κάθε χρόνο, αλλά που πάντα έβρισκα μια δικαιολογία για να το αποφύγω.
Ίσως μου ήταν δύσκολο τελικά να αποδεχτώ πως εκτός από το παιδί μέσα μου, κρύβω κι έναν ενήλικα. Παλιά σκεφτόμουν αν θα έχει κόσμο το νησί, ποτό και μουσική για να απολαύσει ένα κακόγουστο τέρας που βρίσκεται μέσα σου και ποτέ δεν ξέρεις πώς εμφανίζεται και τραγουδάει όλα τα σκυλάδικα. Τώρα πλέον, όλα είναι αλλιώς. Μεγάλωσα, ποιος ξέρει, ωρίμασα, επίσης, το μόνο σίγουρο είναι ότι μέσα μου το ήθελα. Ήθελα να μείνω μόνη.
Παρατηρούσα τον κόσμο και το μάτι μου στάθηκε σε μια παρέα από αγόρια. Όχι, δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίοι, αλλά τα μάτια τους γυάλιζαν από ευτυχία. Είχαν πιάσει ένα παγκάκι και μιλούσαν, γελούσαν, φώναζαν, κορόιδευαν, μοιράζοντας τις ζωές τους χωρίς να το σκεφτούν. Γιατί δεν είμαι έτσι κι εγώ;
Καθώς τους παρατηρούσα έναν έναν, η ματιά μου έπεσε στον τελευταίο. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο απλά μου φαινόταν πως παρόλο που γελούσε σα μικρό παιδί, είχε περάσει πολλά. Τα μάτια του ήταν καστανά, αλλά ένα διαφορετικό καστανό ή δεν ξέρω τελοσπάντων. Γύρισα το βλέμα μου αλλού αλλά ένιωσα ένα χτύπημα στην πλάτη, σήκωσα τα μάτια μου και καθόταν ακριβώς από πάνω μου.
-Έχεις φωτιά μήπως;
Άσκοπη ερώτηση.
-Όχι, ανάβω με πέτρες. Έλα πάρε.
Γέλασε.
-Μόνη σου είσαι;
-Ωραίες ερωτήσεις. Ναι.
Ξανα γέλασε.
-Πού πηγαίνεις;
-Αστυπάλαια, εσύ;
-Κάτσε, φωτιά σου ζήτησα, όχι να γνωριστούμε. Μου έκλεισε το μάτι κι έφυγε. Γέλασα. Ενδιαφέρον.
Από τα ακουστικά τώρα άκουγα ο φορτίνο σαμάνο και είχα όρεξη να χορέψω ταγκό, κι ας μην ήξερα, δεν με νοιαζε και πολύ. Ήθελα να πιω, ώστε το ποτό να με κάνει λίγο πιο ελεύθερη και να οδηγήσει αυτό το κορμί μου ή και το μυαλό μου. Πάλι τον κοίταξα και το βλέμα μας διασταυρώθηκε. Μου χαμογέλασε κι εγώ στράβωσα κάπως το στόμα λες και ήμουν η Τζοκόντα. Και όμως, ήταν σαν να τον ήξερα χρόνια.
Οι ώρες πέρασαν, το πλοίο άραξε στο λιμάνι, κατεβήκαμε όλοι και παρόλη την κούραση ημασταν χαρούμενοι. Κατά το πρωί έφτασα στο σπιτάκι, στο λιμάνι του Πέρα Γυαλού κι όλα μου φαίνονταν τόσο οικεία κι ας είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που είχα κοτσιδάκια κι έτρεχα στην αυλή.
Στο πίσω μέρος της αυλής διέκρινα τη μορφή της γιαγιάς ντυμένη στα μαύρα να περιμένει, δεν θυμόμουν καλά τη μορφή της μα μόλις την είδα κατάλαβα πως αυτός ο άνθρωπος ξεχειλίζει από αγάπη.
-Καλώς ήρθες κόρη μου, έλα μπες μέσα. Με αγκάλιασε σφιχτά σαν να μην ήθελε ποτέ να φύγω από εκεί.
Δεν είχα λόγια να της πω για την απουσία μου τόσα χρόνια, όχι γιατί δεν θα καταλάβαινε, τα είχε τετρακόσια, απλά γιατί φοβόμουν μήπως χρησιμοποιήσω τις λάθος λέξεις και χαθεί όλο το νόημα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου. Ήμουν ξανά ζωντανή.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

γιατί;

Στεναχωριέμαι.
Και δεν είναι στ' αλήθεια που δεν είμαστε μαζί ή που μιλάμε σπάνια πια.
Δεν είναι γιατί πλέον δεν μπορώ να σε αγγίξω, δεν μπορώ να νιώσω να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά.
Δεν είναι γιατί πλέον δεν πηγαίνουμε βόλτες με το μηχανάκι, να κάνεις σαν μικρό παιδί, να κάνεις πράγματα που μ'εκνευρίζουν επειδή το ξέρεις και επειδή σ'αρέσει να με βλέπεις εκνευρισμένη.
Δεν είναι γιατί δεν ξέρω τι σκέφτεσαι για το κάθε τι γύρω.
Δεν είναι γιατί δεν ακούω να μου λες αστεία, να προσπαθείς να κάνεις το κάθε τι σκληρό μαλακό μόνο για μένα.
Είναι γιατί βλέπω πως έχεις αλλάξει.
Δεν είσαι αυτός που ερωτεύτηκα.
Δεν είσαι αυτός που δεν νοιαζόταν να δειχθεί σε ηλίθιες γκόμενες μόνο και μόνο για να αρέσει.
Δεν είσαι αυτός που δεν σχολίαζε παντού για να δείξει την παρουσία του.
Δεν είσαι αυτός που δεν νοιαζόταν να φανεί έξυπνος σ'ένα σωρό αγνώστους ώστε να είναι επιθυμητός.
Δεν είσαι αυτός που γνώρισα και στ' αλήθεια στενοχωριέμαι.
Σε θέλω καλά, σε θέλω αληθινό, σε θέλω όπως παλιά.
Δεν έχει σημασία αν είσαι δικός μου, αρκεί να είσαι εσύ.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Creep.

Γυρίζω στο σπίτι μεθυσμένη, κοιτάζω τους τοίχους, ψάχνω συνθήματα αγάπης.
Τα έχω ανάγκη αυτό το βράδυ, έχω ανάγκη να δω ότι και κάποιος άλλος αγαπάει εκεί έξω.
Στέκομαι σ'έναν τοίχο, νιώθω τα πόδια μου να μη με βαστάνε, το κεφάλι μου να γυρίζει.
Γονατίζω και βάζω το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατά μου.
Νιώθω τον αέρα της μεγάλης πόλης, σηκώνω το κεφάλι μου. Θα γίνω καλά, θα πάω σπίτι σήμερα.
Άνθρωποι περνάνε και οι μορφές τους μου φέρνουν στο μυαλό εσένα.
Παρατηρώ γύρω μου και καταλαβαίνω ότι είμαι κοντά.
Θυμάσαι παλιά όταν γυρνούσαμε σπίτι; Σκεφτόμασταν πόσο δίπλα μένουμε και πώς η ζωή το ήθελε αυτό. Τώρα που το θυμήθηκα, μου ακούστηκε τόσο ηλίθιο, τόσο γελοίο.
Μου λείπεις και τα δάκρυα αρχίζουν να πέφτουν απ'τα μάτια μου στα μάγουλά μου.
Θυμάμαι πως πάντα μιλούσες για τα μάγουλά μου, πως πάντα σου άρεσε να τα τσιμπάς.
Ένα ζευγάρι με προσπερνάει και γυρνάει να κοιτάξει αν είμαι καλά.
Ωχ Θεέ, πραγματικά πρέπει να μοιάζω με καημένο.
Σηκώνομαι κι αρχίζω να περπατάω, πρέπει να γίνω πιο δυνατή, τώρα θα περάσω κάτω απ΄το σπίτι σου. Είναι και ο μόνος δρόμος γαμώτο για να φτάσω στο δικό μου.
Θυμάσαι παλιά που νιώθαμε σαν να μην είχαμε δύο σπίτια; Που κάναμε πλάκες και γελούσαμε λέγοντας πού θα μείνουμε το βράδυ στο κανονικό ή στο εξωχικό;
Τι τα θυμάμαι όλα αυτά άραγε; Λες και κάτι θ'αλλάξει.
Είμαστε στ'αλήθεια τόσο κοντά, αλλά τόσο μακριά. Και να φανταστείς ότι όταν ήρθα στην Αθήνα, στο πίσω μέρος του μυαλού μου είχα έρθει και για σένα, για να έρθω πιο κοντά, για να δώσω στα αισθήματά μου μια ευκαιρία. Δεν στο είχα πει ποτέ, αλλά δεν σου είχα πει κι άλλα πράγματα.
Περνάω κάτω από το σπίτι σου τώρα και αυτόματα επιταχύνω το βήμα, δεν κοιτάζω ποτέ πάνω, έτσι κι αλλιώς δεν είσαι ποτέ εκεί.
Γνωστοί μου είπαν ότι ερωτεύτηκες άλλη και ότι περνάς χρόνο μαζί της, όπως τότε μαζί μου, πως μένεις στο σπίτι της τα βράδια γιατί αυτή πρέπει να ξυπνάει νωρίς.
Καθώς στρίβω στη γωνία, μόνο τότε γυρίζω και κοιτάζω στο μπαλκόνι σου. Το φως είναι κλειστό. Δάκρυα έρχονται ξανά στα μάτια μου, ξεφυσάω και προχωράω.
Μέσα στις σκέψεις μου πέφτω σε κάποιον και δεν του ζητάω καν συγνώμη. Το λιγότερο που με νοιάζει είναι να φανώ ευγενική.
-Νεφέλη;
Κοκαλώνω, καταλαβαίνω πως είναι η φωνή σου, αλλά δεν τολμώ να γυρίσω, είμαι στα χάλια μου.
Συνεχίζω να προχωράω ωσπου νιώθω ξανά το χέρι σου στον αγκώνα μου.
-Νεφέλη;
Γαμώτο, τώρα πρέπει να γυρίσω.
-Σταύρο; Θεέ, με τρόμαξες.
-Ναι καλά, σχεδόν με αγνόησες. Τι κάνεις εδώ;
-Εμ, πάω σπίτι ίσως;
-Κλαις;
-Όχι.
-Ψέματα λες;
-Τι θες ρε Σταύρο;
-Γιατί κλαις;
-Κάτι έγινε.
-Όπως;
-Έμαθα κάτι.
-Θα μου λες ψέματα για πολύ ακόμη;
-Ωραία, τι θες ν'ακούσεις;
-Γιατί κλαις;
-Γιατί περνάω κάτω από το σπίτι σου.
-Και γιατί κλαις;
-Γιατί θυμάμαι.
-Μικρή, οι ζωές προχωράνε.
-Το ξέρω, καλή αρχή
-Δεν είναι εύκολο ε;
-Το να σε βλέπω να προχωράς; Με δουλεύεις;
-Να προχωράς εννοώ.
-Γουατέβερ, πρέπει να φύγω. έχω πιει.
-Θες να σε πάω σπίτι;
-Σταύρο, μένω μόνο δυο πολυκατοικίες παρακάτω.
-Σκέφτηκα ίσως ήθελες λίγο χρόνο μαζί μου.
-Εγώ ή εσύ;
-Έχει σημασία;
-Για μένα ή για σένα;
Γελάμε. Σε βλέπω πια ξεκάθαρα, δεν είσαι φάντασμα όπως τις άλλες μέρες που σε φανταζόμουν. Είσαι αληθινός, είσαι δίπλα μου.
-Καληνύχτα Σταύρο, καλά να περνάς.
-Καληνύχτα ρε Νεφέλη.
Προχωράω, δεν κοιτάζω πίσω. Δεν νιώθω ούτε καν την ανάσα μου, τα χέρια μου τρέμουν. Ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας και κάθομαι στα σκαλιά. Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έγινε μόλις.
Σβήνει το φως και μένω μόνη στο σκοτάδι. Πρέπει να καπνίσω. Στρίβω τσιγάρο και το ανάβω, κάνω μια τζούρα. Πλέον νιώθω ήρεμη. Το περίμενα διαφορετικό, αλλά ήταν ωραίο. Ξαφνικά βλέπω μια μορφή έξω από την πολυκατοικία, κάτι μουρμουρίζει κάτι κοπανάει, προσπαθεί να χτυπήσει ένα κουδούνι αλλά δεν το κάνει.
Προχωράω αθόρυβα προς την πόρτα, ήταν αυτός. Κάθεται απλά όρθιος και κοιτάζει τον ουρανό.
Προσπαθώ να σκεφτώ με τη λογική, αλλά αυτή τη στιγμή όλο αυτό το βρίσκω παράλογο. Ανοίγω την πόρτα.
-Ψάχνετε κάτι;
Γελάει.
-Εσένα.
-Ωραία λοιπόν, τι με θες;
-Δεν είμαι σίγουρος.
-Χμμ, αυτό το κατάλαβα με το να πατήσω- να μην πατήσω το κουδούνι.
-Τι; με παρακολουθείς τώρα;
-Μην κολακεύεσαι, απλά καθόμουν στα σκαλάκια.
-Νεφέλη, ήταν έντονο αυτό, δεν ήταν;
-Πάντα έτσι θα ναι Σταύρο νομίζω με μας τους δυο. Δεν είναι κι εύκολο ε; Ζήσαμε έναν έρωτα.
-Νεφέλη, θέλω να σου πω κάποια πράγματα.
-Πάμε πάνω.
-Προτιμώ τα σκαλάκια.
Μπαίνουμε μέσα και καθόμαστε στο σκοτάδι πλέον.
-Ακούω.
-Ξέρω ότι είμαι δύσκολος άνθρωπος, ξέρω ότι δεν σου ήταν εύκολο να με αγαπήσεις, ξέρω ότι είμαι κλειστός. Αλλά θέλω να σου πω ότι τα κατάφερες. Έσπασες κάθε άμυνά μου, νιώθω ευάλωτος πλέον, δεν μπορώ να σου κρυφτώ άλλο. Προσπάθησα να προχωρήσω Νεφέλη, αλήθεια, αλλά νομίζω δεν γίνεται. Είμαι σε ηλικία πλέον που καταλαβαίνω πότε είναι έρωτας, πότε γαμήσι και πότε αγάπη. Δεν μπορώ να περιμένω να το ζήσω αυτό ξανά με άλλη και να σου πω την αλήθεια δεν θέλω να το ζήσω με άλλη. Θέλω να σου πω λοιπόν ότι σ αγαπάω, νομίζω ναι, σ'αγαπάω.
-Δεν μπορώ να είμαι με έναν άνθρωπο που να μην μπορώ να δεθώ συναισθηματικά, που να μην ξέρω αν μπορώ να στηριχτώ πάνω του ή όχι. Κάθε μέρα στο νοσοκομείο άνθρωποι που βλέπω καθημερινά μπορεί να πεθαίνουν Σταύρο,  μπορεί να φεύγουν και αυτή η αβεβαιότητα ήδη με σκοτώνει. Έρχονται παιδάκια κάθε μέρα και δεν πρέπει να δεθώ συναισθηματικά μαζί τους γιατί ίσως συμβεί το χειρότερο. Δεν μπορώ να ζω το ίδιο και στο σπίτι όταν γυρίζω από μια τέτοια μέρα.
-Έχεις δίκιο Νεφέλη, συγνώμη για όλα.
-Μη ζητάς συγνώμη, έτσι είναι ο χαρακτήρας σου, γι αυτό σ'αγαπάω. Απλά ίσως να μην το χουμε μαζί.
-Μα είμαι φρικτός στο να μη σ'αγαπάω, πίνω, γίνομαι οξύθυμος και καταλήγω μόνος.
-Είσαι δυνατός, θα βρεις μια λύση.
Σηκώνεσαι, με κοιτάς, μου χαμογελάς. Δεν λες τίποτα και απλά φεύγεις.
Πλέον είμαι κομμάτια, σκέφτομαι πολλά πράγματα αλλά κυρίως το ότι σε άφησα να φύγεις.
Πρέπει να σκεφτώ τι θα κάνω, πρέπει να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη.
Ανεβαίνω στο σπίτι και ξεντύνομαι.
Ακούω το κινητό μου να χτυπάει και βλέπω τον αριθμό του.
-Τι έγινε πάλι;
-Άνοιξέ μου γαμώτο να πούμε ένα αντίο της προκοπής.
Ακούω την πόρτα να χτυπάει και ανοίγω.
Είμαι ήδη με τα εσώρουχα και τρέχω στην αγκαλιά σου. Σε φιλάω και ανταποκρίνεσαι. Με σηκώνεις πάνω και με πηγαίνεις στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, όλα τελειώνουν.
Ξυπνάω το πρωί και κοιτάζω δίπλα μου, δεν είσαι εκεί, κι όμως μυρίζω το άρωμά σου.
Νομίζω είναι όνειρο, αλλά πηγαίνω στη κουζίνα και σε βλέπω να φτιάχνεις καφέ.
-Αυτός ήταν χωρισμός ε;
Γελάς και με πλησιάζεις.
-Είμαστε χάλια στο να μην αγαπάμε ο ένας τον άλλον, εγώ στο πα.
Γελάω κι εγώ. Τώρα ξέρω. Είμαστε όντως χάλια.